Η τέχνη που αυτοκτονεί. Ποιος φταίει για το διαζύγιο ποίησης και κοινου; (του Κ Κουτσουρέλη)

 Το  άρθρο  του κ  Κουτσουρέλη  το  διάβασα  στην  Καθημερινή  κι  αμέσως    σκέφθηκα  να  το  αναδημοσιεύσω   γιατί    σε  πολύ  μεγάλο  βαθμό  συμμερίζομαι    τις  θέσεις  του   και    γιατί   ως  αναγνώστης   αισθάνομαι  κι  εγώ…  θύμα  αυτού  του  διαζυγίου Θα  ήταν    και  μια  πολύ  όμορφη  διαφυγή  από  την  πολιτική  μονοτονία  του  blog.  Nα  όμως  που  το  άρθρο  το  βρήκα  στο   «Μέσα  Ελλάδα «   http://mesaellada.wordpress.com/2013/06/23/%CE%B7-%CF%84%CE%AD%CF%87%CE%BD%CE%B7-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CE%AF-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CF%86%CF%84%CE%B1%CE%AF%CE%B5%CE%B9-%CE%B3%CE%B9/  απ΄ όπου  και  το  αναδημοσιεύω    μαζί  με  τις  πολύτιμες  εισαγωγικές  παρατηρήσεις  του    αγαπητού  διαδικτυακού  φίλου   Λεωνίδα

 Η ΤΕΧΝΗ   ΠΟΥ  ΑΥΤΟΚΤΟΝΕΙ.  ΠΟΙΟΣ ΦΤΑΙΕΙ ΓΙΑ ΤΟ  ΔΙΑΖΥΓΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ  ΚΟΙΝΟΥ;

Στο άρθρο που ακολουθεί ο Κώστας Κουτσουρέλης εκθέτει μία προβληματική που είναι κεντρική στη δοκιμιογραφία και στην αρθρογραφία του. Συχνά, η κριτική του στον λογοτεχνικό-καλλιτεχνικό μοντερνισμό συμπορεύεται και με την κοινωνικοπολιτική κριτική στον όψιμο καπιταλισμό, υιοθετώντας, εν πολλοίς, τη στάση του Daniel Bell, όπως αυτή εκφράστηκε στο έργο του Ο πολιτισμός της μεταβιομηχανικής Δύσης (μεταφρ. Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1999).

Στο κείμενο του για τον Ρίλκε (Ο Ρίλκε και το μέλημα της μορφής) παραθέτει ένα απόσπασμα του Bell, σε μετάφραση του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου:

Αναζητούμε ψηλαφιστά ένα νέο λεξιλόγιο που βασική του λέξη κατά τα φαινόμενα θα είναι το «όριο»: όριο στην ανάπτυξη, όριο στην καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, όριο στους εξοπλισμούς, όριο στην αλλοίωση της βιολογικής φύσης. Αλλά εάν θέλουμε να επιβάλουμε μια σειρά περιορισμών στην οικονομία και την τεχνολογία, τίθεται το ερώτημα: θα θέσουμε άραγε κι ένα όριο στην εξερεύνηση των πολιτιστικών εκείνων εμπειριών που πάνε πέρα από ηθικούς κανόνες και εγκολπώνονται το δαιμονιακό με την ψευδαίσθηση ότι κάθε εμπειρία είναι “δημιουργική”; Μπορούμε να θέσουμε ένα όριο στην ύβριν;

Για να συμπληρώσει ο ίδιος ο Κουτσουρέλης:

«άραγε θα θέσουμε ποτέ ένα όριο στην καταδαπάνηση των αισθητικών μας πόρων, θα βάλουμε τέρμα στην αλόγιστη αποδόμηση κάθε δοσμένης μορφής, στην αθέτηση κάθε βιωμένου κανόνα;».

Όλα τούτα δεν σημαίνουν ότι ο Κουτσουρέλης υιοθετεί μία αιτιοκρατική θεώρηση. Με ενάργεια στο άρθρο που αναρτάται επισημαίνει τις ευθύνες των ίδιων των ποιητών, στις οποίες και εμμένει.

Από την πλευρά του ο Daniel Bell, στο έργο που προαναφέρθηκε, αυτοκατανοούνταν ως συντηρητικός στα ζητήματα της κουλτούρας. Ο ίδιος αιτιολογούσε την αυτοκατανόησή του ως εξής:

«Είμαι συντηρητικός στην κουλτούρα διότι σέβομαι την παράδοση· εμπιστεύομαι τις αιτιολογημένες κρίσεις περί καλού και κακού σχετικά με τις ποιότητες ενός έργου τέχνης· και θεωρώ αναγκαία την αρχή της αυθεντίας προκειμένου να κρίνει κανείς την αξία της εμπειρίας, της τέχνης και της παιδείας».

Δεν γνωρίζω αν ο Κουτσουρέλης υιοθετεί την παραπάνω στάση. Δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από τα κείμενά του. Το βέβαιο είναι όμως ότι προαπαιτούμενο των αισθητικών του αιτημάτων είναι η ανάδειξη της σημασίας ενός διυποκειμενικού λόγου που θα εγκαθιδρυθεί κοινωνικά και θα διαμορφώσει τους κοινούς τόπους αντίληψης της κοινής μας εμπειρίας ζωής· ένας νέος κοινός λόγος είναι το αίτημα εδώ – εκτός των άλλων.

Καταληκτική κρίσιμη επισήμανση· στο άρθρο που ακολουθεί, ο Κουτσουρέλης δεν εξοβελίζει την αισθητική εμπειρία και εκφραστική του μοντερνισμού. Όπως σημειώνει, «η αθέτηση των κανόνων και το πείραμα και η πρόκληση ακόμα είναι πράγματα ζωτικά και αναγκαία. Ως εξαίρεση όμως, στα χέρια των λίγων. Όπου γίνονται τυφλοσούρτης και καταναγκασμός και επίσημο διάταγμα, η έκβαση είναι πάντα η ίδια: το τέλμα».

Ακολουθεί το άρθρο:

Όσοι καταπιάνονται στον καιρό μας με στίχους και ποιήματα, μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει, όπου σταθούν κι όπου βρεθούν, από στόματος ομοτέχνων και κριτικών, μέσα στα στέκια κι απ’ τα έντυπά τους ακούν να κουδουνίζει στ’ αφτιά τους ο ίδιος πάντα σκοπός: Δεν μας διαβάζουν, η ποίηση δεν μετράει, οι αναγνώστες μάς αγνοούν!

Έμπλαστρο βολικό για τον σφάχτη, το γενικό μοιρολόι το ακολουθεί με ακρίβεια μαθηματική η μεμψιμοιρία, το blame game, η επίρριψη ευθυνών – πάντα στους άλλους, εξυπακούεται. Το κοινό είναι αμόρφωτο, οι εκδότες παραδόπιστοι, το παιχνίδι στα μήντια στημένο! Α, το επίπεδο, η κατάντια της εποχής…

Έσχατη στη σειρά έρχεται –τι άλλο;– η πληγωμένη υπερηφάνεια. Ακόμα μια “υπεράσπιση της ποίησης” λοιπόν από τους μοχθηρούς της πολεμίους· ακόμα μια ομολογία πίστεως σε πείσμα των μικρόψυχων καιρών. “Η ποίηση αφορά την απέραντη μειοψηφία”, “η ποίησις είναι το καταφύγιο που φθονούμε”, “η ποίηση δεν έχει λεφτά, αλλά ούτε τα λεφτά έχουν ποίηση” κτλ., κτλ. – όλ’ αυτά τα γνωστά, και θαυμαστά, και απελπισμένα…

Πότε πήραν στ’ αλήθεια διαζύγιο από την πραγματικότητα οι ποιητές; Πότε οι αναγνώστες πήραν διαζύγιο απ’ την ποίηση; Και υπαιτιότητι τίνος εκδόθηκε το διαζύγιο αυτό;

Σε τρία στάδια νομίζω κρίθηκε η υπόθεση. Τον πρώτο κλονισμό τον έφερε ο ρομαντισμός. Τότε που ποιητές σπουδαίοι, ολότελα τρομοκρατημένοι όμως από την επέλαση του Λόγου και του Διαφωτισμού, βάλθηκαν να αποδώσουν στην τέχνη τους την περιωπή θρησκείας, διεκδίκησαν για την αφεντιά τους ρόλο κοσμικού ιερέως, μεταφυσικού ταγού. “Τελούμε σε ιεραποστολή”, έλεγε με κάθε σοβαρότητα ο Νοβάλις, “να δώσουμε μορφή στον κόσμο”. “Ο ποιητής είναι ο κρυφός νομοθέτης της ανθρωπότητας”, σιγοντάριζε ο Σέλλεϋ. Και οι μεν ρομαντικοί έγραφαν ακόμη για τους πολλούς, αυτούς ήλπιζαν και επεδίωκαν να μυήσουν. Η ρητορική τους όμως άφησε πίσω της μια μόνιμη σκιά, έναν λεκέ ανεξίτηλο. Ο ποιητής ως καβαλημένο καλάμι: η εικόνα αυτή, η τόσο διαδεδομένη αλίμονο, κρατάει απ’ αυτούς.

Ο κλονισμός έγινε χωρισμός από τραπέζης και κοίτης στα χρόνια του συμβολισμού. Τότε που ο ποιητής για να εκφράσει την αγανάκτησή του για τα ήθη και τα θέσμια της αστικής εποχής, τα έβαλε με τους αναγνώστες του – που ήταν βεβαίως αστοί! “Βάρβαρο όχλο” αποκαλούσε το κοινό ο Γκεόργκε, και ο Μαλλαρμέ τού υποδείκνυε ευγενώς τη θέση του: στο περιθώριο – η ποίηση αφορά τους επαΐοντες! Έκτοτε η καταγγελία του δύσμοιρου αναγνώστη έγινε περίπου θεσμός. Στις μέρες μας και οι ποετάστροι της γειτονιάς και οι τελευταίοι χομπίστες το έχουν για χρέος τους ιερό σε πρώτη ευκαιρία να του τα ψάλλουν. Μόνο που στο μεταξύ κι εκείνος απέκτησε ανοσία κι έπαψε πια να νοιάζεται – όχι μόνο τι του σέρνουν όλοι αυτοί αλλά και για την ύπαρξή τους την ίδια.

Το πράγμα έφτασε στο αμήν με τον μοντερνισμό. Απ’ τη μεγαλειώδη κληρονομιά των προγόνων τους οι νεωτερικοί κράτησαν ό,τι το πιο φυγόκοσμο και ανθρωποδιωκτικό – και το επιδείνωσαν ώς εκεί που δεν παίρνει. Η απαξίωση των δοκιμασμένων και δημοφιλών τρόπων του παρελθόντος αναγορεύτηκε επαναστατικό καθήκον. “Make it new!” κραύγαζε, ένας κι αυτός μες στους πολλούς, ο Πάουντ. Μην επαναλαμβάνεσαι, παραδώσου σε κάθε ακρότητα, γίνε στριφνός και σκοτεινός και ακατάδεκτος. εκτροχιάσου όσο θες, σημασία έχει όχι τι λες αλλά να μη μοιάζεις σε κανέναν! Και μη διανοηθείς στιγμή να ξαναπιάσεις το τραγούδι εκείνο που έτυχε κι άρεσε και σού ‘φερε φίλους και αθρόους θαυμαστές…

Για ένα διάστημα το πράγμα είχε ενδιαφέρον, γέννησε έργα ερμητικά πλην αξιόλογα. Γρήγορα όμως εκφυλίστηκε, την εντυπωσιοθηρία διαδέχτηκε η αποχαλίνωση, ελλείψει μορφικών κριτηρίων ο κάθε ντιλεττάντης είχε πια το ελεύθερο να δηλώνει ποιητής. Όσο για τον κοινό αναγνώστη, καταπονημένος όπως ήταν απ’ όλους αυτούς τους -ισμούς και τις καινοτομίες τους, κατασυκοφαντημένος ως βλαξ και οπισθοδρομικός, κάποια στιγμή κατέθεσε τα όπλα. Σκέφτηκε δηλαδή τον εαυτό του, τις δικές του ανάγκες, γύρισε την πλάτη του στην ποίηση και την παράτησε να βοά μες στην έρημο που η ίδια έστησε για τον εαυτό της.

Όσο σκανδαλώδης κι αν ακούγεται, η μαύρη αλήθεια είναι αυτή: για το διαζύγιο των ποιητών από τον κόσμο δεν φταίει το κοινό· δεν φταίει η αναπόδραστη υποτίθεται παρακμή του στίχου· δεν φταίει καν αυτός ο αχρείος καπιταλισμός και η αμορφωσιά των πολλών. Κύριοι υπαίτιοι είναι οι ίδιοι οι ποιητές! Σε μια πορεία μοιραία που κρατάει κοντά δύο αιώνες, πήραν μια τέχνη τερπνή και την έκαναν ανιαρό σταυρόλεξο. Παρέλαβαν μια γλώσσα οικουμενική και έφτιαξαν απ’ αυτήν ένα ακαταλαβίστικο ζαργκόν. Είχαν μια θέση περίοπτη, στο επίκεντρο του δημόσιου βίου, και τη θυσίασαν για την πόζα και την κλάψα του περιθωρίου.

Το φαινόμενο μιας τέχνης που αυτοκτονεί επειδή οι εκπρόσωποί της στρέφουν την πλάτη στο ακροατήριό τους για να πάρουν στο κατόπι το αυτιστικό όραμά τους δεν είναι βέβαια μοναδικό. Ας αναλογιστούμε τις τύχες της λεγόμενης σοβαρής μουσικής μετά τον Σαίνμπεργκ και τη Νέα Σχολή της Βιέννης. Πόσοι από τα εκατομμύρια που λατρεύουν σήμερα τον Μπαχ και τον Μότσαρτ θ’ άντεχαν, για ένα κουτσό μισάωρο έστω, τη συντροφιά του Στοκχάουζεν και του Καίητζ; Κι ανάποδα, ποιος θα τολμούσε να πιάσει στα χέρια του ξανά μυθιστόρημα, αν οι τωρινοί εκπρόσωποι του είδους στοιχίζονταν άπαντες πίσω απ’ τον ώμο του Τζόυς και του Προυστ; Ασφαλώς, και η αθέτηση των κανόνων και το πείραμα και η πρόκληση ακόμα είναι πράγματα ζωτικά και αναγκαία. Ως εξαίρεση όμως, στα χέρια των λίγων. Όπου γίνονται τυφλοσούρτης και καταναγκασμός και επίσημο διάταγμα, η έκβαση είναι πάντα η ίδια: το τέλμα.

Είναι αντιστρέψιμη άραγε αυτή η άθλια κατάσταση; Μπορεί ο διαζευχθείς να ξαναγίνει δεκτός στη συζυγική κλίνη, ο γάμος ν’ αναγεννηθεί; Η ιστορία μάς λέει πως “ναι”. Φτάνει πρώτα να το θέλει και ο ίδιος ωστόσο! Φτάνει ν’ αποκτήσει επίγνωση του προβλήματος και δίπλα στο δικό του παραφουσκωμένο εγώ να θελήσει επιτέλους να εκφράσει και το εγώ του διπλανού του, και του παραδιπλανού, και το εγώ της ομάδας στην οποία ανήκει, και το ευρύ συλλογικό εγώ. Μια γλώσσα οικεία και πάλι, μορφές και θέματα ελκυστικά, ένα ύφος και μια τεχνοτροπία προσιτή στον αμύητο και η εμπιστοσύνη, θεωρητικά τουλάχιστον, είναι ίσως δυνατόν ν’ αποκατασταθεί.

Στην πράξη βέβαια το εγχείρημα, αν υποθέσουμε ότι κάποιοι τελικά το αναλάβουν, δεν θα ‘ναι διόλου απλό. Το νήμα που κόπηκε, ίσως πάρει γενιές ωσότου ξαναενωθεί. Και θ’ απαιτήσει από τους ποιητές μια συγκλονιστική αυθυπέρβαση. Θα χρειαστεί ν’ αφήσουν κατά μέρος τ’ αγαπημένα τους άλλοθι, να αφιππεύσουν του επηρμένου τους Πηγάσου, να εγκαταλείψουν τις σοφιστείες και τις δικαιολογίες, όλα αυτά τα κλισέ που τους θέλουν τάχα καταραμένους, περιττούς, αποσυνάγωγους. Θα χρειαστεί να κοιταχθούν στον καθρέφτη κατάματα και ν’ αναρωτηθούν, αυτή τη φορά με ειλικρίνεια: το είδωλο που βλέπουν εκεί τους αρκεί;

Αν η απάντηση είναι αρνητική, υπάρχει ελπίδα.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s